Μια εναλλακτική πρόταση για τη διαπραγμάτευση

 Καθώς οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τους τρεις θεσμούς φαίνεται να έχουν φτάσει σε οριακό σημείο, είναι πλέον προφανές ότι και οι δύο πλευρές έχουν αναλώσει σημαντικό “πολιτικό κεφάλαιο” αλλά και κρίσιμο χρόνο. Η αδυναμία εξεύρεσης λύσης, το προηγούμενο διάστημα, έχει προκαλέσει στην ελληνική οικονομία σημαντικό βαθμό αβεβαιότητας.

Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των επενδύσεων στην οικονομία, καθώς και την απόσυρση μεγάλου μέρους των καταθέσεων από το τραπεζικό σύστημα. Κρίνεται, λοιπόν, αναγκαία η εξεύρεση μίας συμβιβαστικής λύσης, η οποία όχι μόνο θα προσφέρει στην χώρα μας πολύτιμο χρόνο για να ανασυγκροτηθεί αλλά και που να την ωθεί σε μία μεταρρυθμιστική τροχιά προκειμένου να διασφαλίσει, μακροπρόθεσμα, τη θέση της στην νομισματική ένωση.

Μία πρόταση με αυτά τα χαρακτηριστικά θα μπορούσε να είναι η εξής :
– Πρώτον, να συμφωνηθεί με τους εταίρους η μη αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας μας για ένα διάστημα μερικών ετών. Ένα τέτοιο διάστημα θα μπορούσε να είναι 5 χρόνια.
– Δεύτερον, η ανωτέρω συμφωνία να γίνει με αντάλλαγμα από την ελληνική πλευρά την υπογραφή μνημονίου που θα ορίζει μεταρρυθμίσεις που θα πρέπει να εφαρμοστούν στη χώρα μας. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα πρέπει να εστιάζουν κυρίως σε αλλαγές στην ελληνική οικονομία που θα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα.
– Τρίτον, η συμφωνία αυτή να αναφέρει ρητά ότι στο διάστημα αυτό οι θεσμοί δεν θα μπορούν να δανείσουν επιπλέον χρήματα στην χώρα μας για την κάλυψη ελλειμμάτων των προϋπολογισμών. Έτσι, η άρτια εκτέλεση ενός ισοσκελισμένου προϋπολογισμού να είναι είναι αποκλειστική ευθύνη της ελληνικής πλευράς.
       Μια τέτοιου είδους συμφωνία θα ήταν για την Ελλάδα μια σπουδαία ευκαιρία να αλλάξει ριζικά. Στο διάστημα που θα είναι σε ισχύ η συμφωνία, δεν θα απαιτείται από την ελληνική κυβέρνηση να αποπληρώνει τις δανειακές τις υποχρεώσεις. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ώστε τα όποια πρωτογενή πλεονάσματα δημιουργούνται, να χρηματοδοτούν τις προσπάθειες για αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρα μας. Αποτέλεσμα της προσπάθειας αυτής θα είναι η δημιουργία συνθηκών για ανάπτυξη και κατά συνέπεια η αύξηση της φορολογικής βάσης. Παράλληλα, οι συμφωνημένες με τους θεσμούς μεταρρυθμίσεις θα έχουν μεγάλη πιθανότητα να εφαρμοστούν, αφού αυτή την φορά η ελληνική πολιτική τάξη θα έχει πραγματικό κίνητρο να τις εφαρμόσει, καθώς η μη συμμόρφωση στις επιταγές του συμφωνημένου μνημονίου θα μπορούσε να επαναφέρει την χώρα στην προηγούμενη κατάσταση, δηλαδή τη σημερινή. Συνεπώς, η διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού πολιτικού λόγου θα είναι μονόδρομος, αφού αφενός οι αποφάσεις για την σωστή πορεία του προϋπολογισμού θα είναι προϊόν δικής μας έμπνευσης και αφετέρου η απόφαση της χώρας μας για παραμονή στην ζώνη του ευρώ θα καταστήσει αναγκαίες τις όποιες μεταρρυθμίσεις.
       Για τους θεσμούς, μια συμφωνία με αυτά τα χαρακτηριστικά θα είχε σημαντικά οφέλη τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Καταρχάς, δεν θα χρειαζόταν η επιπλέον δανειοδότηση προς την Ελλάδα, κάτι που τώρα φαίνεται να είναι η μοναδική επιλογή. Επίσης, η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στην ελληνική οικονομία θα έθετε τη χώρα μας, μετά το πέρας του “μεταρρυθμιστικού προγράμματος”, σε θέση ικανή να παράγει πλούτο και κατά συνέπεια να δημιουργεί, με βιώσιμο τρόπο, πρωτογενή πλεονάσματα ικανά να καλύψουν τις υποχρεώσεις της χώρας μας προς τους πιστωτές της. Γίνεται κατανοητό ότι οι πιθανότητες αποπληρωμής του χρέους θα ήταν αισθητά μεγαλύτερες από τις σημερινές. Παράλληλα, η Ευρώπη θα δείξει τόσο ότι προχωράει ενωμένη όσο και ότι δεν συμφωνεί σε χαριστικές πολιτικές για την Ελλάδα. Αυτό γίνεται αντιληπτό από το γεγονός ότι δεν θα εξαιρεί την Ελλάδα από δύσκολες αποφάσεις αφού, έκτος από τα εντατικά μεταρρυθμιστικά βήματα, τυχόν απόκλιση του ελληνικού προϋπολογισμού θα επιφέρει αυτόματες περικοπές των κρατικών δαπανών, οι οποίες θα αποφασίζονται και θα εφαρμόζονται από την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση.
      Στην πραγματικότητα, οι τεχνικές δυσκολίες που υπάρχουν στην εφαρμογή μίας τέτοιας συμφωνίας καθώς και η συμμετοχή του ΔΝΤ στις διαπραγματεύσεις καθιστούν την εξέταση μίας τέτοιας πρότασης ένα μη πιθανό σενάριο. Παρόλα αυτά, η ανάλυση της ανωτέρω πρότασης, η οποία παρουσιάζει θετικά στοιχεία και για τις δύο πλευρές, μπορεί να αξιοποιηθεί για την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι οι εταίροι μας πρέπει να ενισχύσουν την Ελλάδα στην πορεία για την παραγωγική της ανασυγκρότηση. Όμως η ενίσχυση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί με παράλληλη ανάληψη εκ μέρους της χώρας μας της μεγάλης ευθύνης που της αναλογεί. Μάλιστα, η αντίληψη της ευθύνης αυτής πρέπει να μετουσιωθεί στη δημιουργία ενός υγιούς πολιτικού περιβάλλοντος που θα βασίζεται στο ρεαλισμό και στην ξεκάθαρη διαπίστωση ότι το συμφέρον της Ελλάδας δεν βρίσκεται στην ευρωπαϊκή απομόνωση αλλά, ως ισότιμο μέλος, σε μία ενωμένη Ευρώπη.
Πολίτης Γιάννης

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s